πνευματισμός

πνευματισμός
ο спиритизм

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "πνευματισμός" в других словарях:

  • πνευματισμός — use of the breathing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνευματισμός — Θεωρία που αποδίδεται στην ύπαρξη πνευματικών όντων, ανεξάρτητων από το φυσικό κόσμο, την προέλευση του συνόλου των παραφυσικών φαινομένων, τα οποία μελετά η παραψυχολογία. Με την πρώτη εκδήλωση, στη Δύση, εμπειριών που έρχονταν σε αντίθεση με… …   Dictionary of Greek

  • πνευματισμός — ο 1. η πίστη στην ύπαρξη πνευμάτων σε κάποιον άλλο κόσμο, με τα οποία οι άνθρωποι μπορούν να επικοινωνήσουν κάτω από ορισμένες συνθήκες. 2. το σύνολο των μέσων και των μεθόδων για την επικοινωνία με τα πνεύματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πνευματισμοῦ — πνευματισμός use of the breathing masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνευματισμούς — πνευματισμός use of the breathing masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνευματισμῶν — πνευματισμός use of the breathing masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνευματισμόν — πνευματισμός use of the breathing masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταοϊσμός — Φιλοσοφικοθρησκευτικό ρεύμα της αρχαίας Κίνας, που εμφανίστηκε κατά την περίοδο της δυναστείας των Τσόου. Δύο υπήρξαν οι πλευρές ή καλύτερα οι φάσεις του τ., κατά χρονολογική σειρά. Η πρώτη ήταν ο φιλοσοφικός τ. (Τάο τσια), που αναπτύχθηκε μεταξύ …   Dictionary of Greek

  • Αϊτή — Νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής θάλασσας, στην Κεντρική Αμερική.Βρέχεται στα Β από τον Ατλαντικό ωκεανό, στα Δ και Ν από την Καραϊβική θάλασσα, ενώ στα Α συνορεύει με τη Δομινικανή Δημοκρατία, με την οποία μοιράζονται το έδαφος του νησιού… …   Dictionary of Greek

  • Λάσκαρης, Νικόλαος — (Αθήνα 1868 – 1945). Νομικός και θεατρικός συγγραφέας. Το 1888 αναγορεύτηκε διδάκτορας της νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στη συνέχεια μετέβη στο Παρίσι για μετεκπαίδευση, αλλά τελικά προτίμησε να φοιτήσει στη θεατρική σχολή του ωδείου της… …   Dictionary of Greek

  • Παπαμιχαήλ, Γρηγόριος — (Λέσβος 1874 – Αθήνα 1956). Θεολόγος και συγγραφέας. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στη Λέσβο, στη Θεολογική Σχολή του Σταυρού (Ιεροσόλυμα), στη Χάλκη και στη Σάμο, σπούδασε θεολογία στην Πετρούπολη. Δίδαξε θεολογικά μαθήματα στη Σχολή του… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»